Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
21 / 2 / 2020

Ξεκίνησα να γράφω λογοτεχνία από αρκετά μικρός – 12 χρονών πρέπει να ήμουν. (Και πιο πριν έκανα αφηγήσεις, βέβαια, αλλά ήταν τελείως της πλάκας.) Και τότε θυμάμαι ότι ένα από τα βασικά μου «προβλήματα» ήταν ότι δεν μπορούσα να γράψω μεγάλα βιβλία. Έβλεπα τα μεγάλα βιβλίο – 400, 500, 600 σελίδες – και απορούσα πώς διάολο γράφονταν. Γιατί οτιδήποτε έπιανα να γράψω δεν έβγαινε πάνω από 200 σελίδες· άντε το πολύ πάνω από 300 σελίδες. Τι δεν κάνω καλά; αναρωτιόμουν.

Ήμουν μικρός, φυσικά, και δεν ήξερα τι μου γινόταν. Κατά πρώτον, δεν έχει καμιά σημασία πόσο μεγάλο είναι ένα βιβλίο. Είναι τελείως ανούσιο. Σημασία τι έχει τι στο διάολο γράφει το βιβλίο. Αναλόγως τι θες να γράψεις, βγαίνει και το μέγεθος από μόνο του. Δεν χρειάζεται προσπάθεια.

Αλλά κάτι με ενοχλούσε τότε, μια φορά κι έναν καιρό, και αυτό ίσως να προερχόταν από μια βαθύτερη κατανόηση ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά. Αναρωτιόμουν γιατί δεν έγραφα πολλές σελίδες, γιατί οι ιστορίες μου τελείωναν τόσο γρήγορα· και νόμιζα ότι έφταιγαν διάφορα ηλίθια πράγματα, όπως η έλλειψη αρκετής περιγραφής – που δεν έχει καμία σχέση.

Ναι, βέβαια, υπάρχουν βιβλία που είναι παραφουσκωμένα λόγω συνεχόμενων και μεγάλων – και τελείως άχρηστων συνήθως – περιγραφών. Αλλά αυτό δεν νομίζω ότι είναι κάτι που πρέπει να βλέπεις και να προσπαθείς να το μιμηθείς. Δεν το θεωρώ καλό σημάδι στη λογοτεχνία. Η περιγραφή έχει κι αυτή τα όριά της. Δεν έχει νόημα να βάζεις άχρηστες περιγραφές μες στο βιβλίο απλά και μόνο για να το μεγαλώνεις.

Και ευτυχώς δεν έκανα αυτό το πράγμα. Δεν μπορούσα και να το κάνω· εκ φύσεως, δεν γούσταρα τις μεγάλες, άσκοπες περιγραφές, κι ακόμα έτσι αισθάνομαι.

Αλλά τι έφταιγε και δεν μπορούσα να γράψω μεγάλα βιβλία; συνέχιζα να αναρωτιέμαι.

Εκείνο που δεν είχα καταλάβει είναι ότι δεν γράφεις ποτέ ένα μεγάλο βιβλίο· απλά το βιβλίο που γράφεις μπορεί να βγει μεγάλο. Αν το κάνεις σκόπιμα, θα είναι ηλίθιο. Εκείνο επίσης που δεν είχα καταλάβει ήταν ότι δεν είχα ακόμα επεκτείνει τη φαντασία μου αρκετά ώστε να απλωθεί σωστά η αφήγηση. Τα βιβλία μου εκείνα θα μπορούσαν να ήταν πιο μεγάλα αν εξερευνούσα περισσότερα τις καταστάσεις που έγραφα. Αν τις άφηνα να κυλήσουν πιο φυσικά βάσει των συνθηκών που είχα ορίσει στον φανταστικό κόσμο.

Όπως είπα, δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι. Χρειάζεται να μην κάνεις κάτι. Χρειάζεται να το αφήσεις να έρθει από μόνο του σαν να ήταν πραγματικότητα. Και δεν είχα συνηθίσει να σκέφτομαι έτσι. Δεν είχα επεκτείνει αρκετά ακόμα τη φαντασία μου. Ήμουν μικρός. Και δεν μπορείς επεκτείνεις τη φαντασία σου αμέσως· θέλει κάποιο χρόνο. Άρχισα να το καταλαβαίνω όταν έγραφα πια τον Άρμπεναρκ. Σίγουρα δεν είναι τα καλύτερα βιβλία που έχω γράψει – ήμουν ακόμα αρκετά μικρός – αλλά είναι τα πρώτα από τα πιο καλά μου βιβλία. (Το καλύτερό μου βιβλίο είναι πάντα αυτό που γράφω τώρα. Και τώρα πάντα γράφω κάποιο βιβλίο.)

*

Πώς μου ήρθαν σήμερα όλα αυτά;

Καλή ερώτηση.

Είχα πιάσει να στήσω τον Κατωρίγιο Πόλεμο, το 5ο βιβλίο των Κρυφών Όπλων της Πόλης, και είναι τώρα έτοιμο (mobi, epub, pdf) και σύντομα θα ανεβεί. Φτιάχνοντάς το, παρατήρησα ότι είναι το μεγαλύτερο από τα βιβλία των Κρυφών Όπλων της Πόλης μέχρι στιγμής· είναι άνω των 800 σελίδων. Αυτό κι άλλο ένα από τα Κρυφά Όπλα είναι τόσο μεγάλα – το 9ο βιβλίο, το τελευταίο.

Βλέποντας τον Κατωρίγιο Πόλεμο σκέφτηκα ότι εκείνος ο μαλάκας που ήταν 12-15 χρονών και νόμιζε ότι δεν μπορούσε να γράψει μεγάλα βιβλία δεν θα το πίστευε ότι θα το έγραφε αυτό το πράγμα – και όχι μόνο επειδή είναι μεγάλο αλλά και από άποψη θεματολογίας. Τότε, ακόμα και ξωτικά α λα D&D έβαζα στις ιστορίες μου. Γιακ...

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]